ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ

Έναν αιώνα από τη γέννηση της μεγάλης προσωπικότητας του Νίκου Καζαντζάκη, με ευλάβεια προσεγγίζουμε τη διαισθητική του εικόνα, που συνέχει τη φαντασία μας. Η ακεραιωμένη μορφή του αναδύεται διάφανα με όλη τη λυγερότητα του στοχασμού του και κατασπέρνει την εμψυχωτική γοητεία σ’ όποιον θέλει να συγκροτήσει μια ηθική προσωπικότητα, συνενώνοντας, μ’ αγωνία πολλή, την ανάβαση προς τις αυτάξιες πληρώσεις της ζωής και τον ανεκλάλητο οίστρο να βρει και να ζήσει με συνέπεια της Ομορφιάς την έξαρση και της Αλήθειας την ένταση.

Ο Καζαντζάκης, μνημειώδης φυσιογνωμία της λογοτεχνίας μας και άφθαρτη δόξα μέσα στην ιστορική μας αιωνιότητα, σημάδεψε ψηλά, πάνω απ’ τους λογισμούς και τους συλλογισμούς και τους υπολογισμούς. Σημάδεψε εύστοχα το άστραμμα της συνάρθρωσης ζωής και έργου. Μιας ζωής «ποιητή, προφήτη και μάρτυρα» (1) και ενός έργου «αντάξιου του πόθου του» (1), όπως διαπιστώνει ο Π. Πρεβελάκης.

Η βαθύρριζη τούτη συνειδητοποίηση διαπέρασε, με το μυστηριακό της ρίγος, όλη την ύπαρξη του Καζαντζάκη και τη φώτισε μ’ αστραπόφωτους φωτισμούς, που την προβάλλουν και την επιβάλλουν, σαν αιφνίδιο φωτεινό μετέωρο, στους ουρανούς της αυτεπίγνωσης και της αυτοσυνειδησίας.

Η εγρήγορη συνείδηση, το βάθος του οραματισμού, ο φιλοσοφικός θαυμασμός και η φιλοσοφική αίσθηση των ορίων, η αυθεντικότητα στη σύλληψη των έσχατων προβλημάτων, η οξύτατη διαίσθηση και διορατικότητα, η φραστική τελειότητα τον τοποθετούν, σε πλήρη συγκρότηση, στο πάνθεο των μεγάλων πνευματικών μορφών των ελληνικών γραμμάτων.

Όλα, όμως, αυτά θα ήταν μειωμένης αξίας αν δεν είχαν φωτοστέφανο την ευγένεια της ανθρώπινης παρουσίας του. «Η ευγένεια δεν είναι στοιχείο που προστίθεται στο πνεύμα, αλλά είναι το άνθος της αυθεντικής πνευματικότητας», (2) για να θυμηθούμε τον Καρλ Γιάσπερς.Και ο Καζαντζάκης ήταν ένα αυθεντικό και γνήσιο, αληθινό και ευγενές πνεύμα, που, από πολύ νωρίς, το συνείχαν δύο πάθη: «η ομορφιά και η δίψα της μάθησης » (3), όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ,στην «Αναφορά στον Γκρέκο».

Η  φωνή του Καζαντζάκη είναι από τις πιο οικείες και πιότερο βαθιές των τελευταίων χρόνων.Εισδύει μέσα μας και μπορεί να ηχήσει ως τους ακρότατους μυχούς της υπόστασής μας,αναδεύοντας,ευφρόσυνα εντός μας, την άνεργη ουσία του εαυτού μας. «Και είναι τερπνή η συναναστροφή μας με ένα πνεύμα, που μας βοηθάει για τις πιο ακραίες  συνειδητοποιήσεις» (4),τονίζει ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Καρλ  Γιάσπερς.

Το άνθος της αυθεντικής ζωής του Καζαντζάκη και η ουσία της ανθρωπινότητάς του προχωρούν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες της εκρηκτικότητας της ανθρώπινης φύσης. Προχωρούν προς την έσχατη συνειδητοποίηση, προς τις ακρώρειες της υπόστασής μας, προς τις οριακές και ανεπίγνωστες δυνατότητες του ανθρώπου. Εκεί, στα όρια, αποδεσμευμένος πλέον από τα δεσμά του εντεύθεν, φτεροκοπά μετέωρος, πληρωμένος από τον όλβο της αιωνιότητας.

«Ποιητής, φιλόσοφος, δραματουργός, αφηγητής ωραίων και πρωτότυπων ιστοριών, ανιχνευτής της ελληνικής αντοχής μέσα στο χρόνο και μέσα στις καρδιές, φαίνεται από τους πιο επιβεβλημένους συγγραφείς του τελευταίου καιρού» (5), επισημαίνει ο Χρήστος Κουλούρης. Οι ψηλές αυτές προσπάθειες του πνεύματός του, με διάρκεια ατελεύτητη, με βεβαιότητα αταλάντευτη, υπερκέρασαν το εγκόσμιο φως και βυθίστηκαν στο φως της αιωνιότητας, υψώθηκαν κατάκορφα και αποκάλυψαν την προσωπικότητά του σε οικουμενική έκταση και ένταση. Προκάλεσαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον και πλούτισαν και μετέβαλαν πραγματικά το γενικό περιεχόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ο μεγάλος αυτός Κρητικός δεν εμφανίστηκε στον παγκόσμιο πνευματικό χώρο σαν μια μορφή μέσα σε πρόσκαιρη έκρηξη σε ώρα λογοτεχνικού παροξυσμού. Διέσχισε το μεγαλειώδη αυτό χώρο με το έμπρακτο φανέρωμα των μυστικών δυνάμεων της ψυχής του, κερδίζοντας τη μυστική αθάνατη ουσία της ζωής, που μονάχα κορυφαίοι μύστες μπορούν και κατακτούν.

Αυτή η εκπληκτική τροχιά, που τη χαρακτηρίζει ο μυστηριώδης οργασμός, ο δημιουργικός πυρετός, ο έρωτας της ομορφιάς, η λαχτάρα για την οικουμενική δικαιοσύνη, η αγωνία για το υπαρξιακό πρόβλημα και η ατέρμονη ρέμβη μιας διάπυρης ψυχής, έμεινε άκρατη και φεγγοβολούσα μέχρι το θάνατό του. Ο Θεός τού είχε χαρίσει μια δεύτερη νεότητα, όπως του αετού, καθώς λέγει ο Ψαλμωδός. (6) Μέχρι το τελος του, ολόρθος, ακμαίος και ανυπότακτος, αυτός και ο Σικελιανός «ζούσαν μέσα τους το απροσπέλαστο και πάλευαν να εκφράσουν με το Λόγο τους το Μέγα Άγνωστο, το Μυστικό του Κόσμου», (7) αναφωνεί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Ο Καζαντζάκης ήταν ο λογοτέχνης που φιλοσόφησε. Άλλωστε διαπιστώνεται σήμερα ότι η ποίηση του λόγου υπηρετεί τη διατύπωση των ενοράσεων της φιλοσοφίας. Ο έντεχνος λόγος έχει δημιουργήσει, στο έργο του Καζαντζάκη, ένα κλίμα δικής του αισθητικής ομορφιάς, προνόμιο των μεγάλων δημιουργών. «Κι η εμπνευσμένη χρήση της γλώσσας του, εκτός του ότι καθαγιάστηκε στον Ιορδάνη της Τέχνης, απόδωσε με ένταση και όσο γινόταν καλύτερα σμιλεμένα τα φιλοσοφικά βιώματα μιας εξόχως γρηγορούσας συνείδησης» (8), λέγει ο Τάκης Τζαμαλίκος.

Η ανυπότακτη ελευθερία του πνεύματος του Καζαντζάκη και ο προικισμός του, με ανοίγματα συνειδησιακά προς τα έσχατα, ευχερώς τον έφεραν προς το φιλοσοφικό θαυμασμό και τη φιλοσοφική διαπορία. Αποτέλεσμα φυσιολογικό αυτής της εσώτατης και κατακλυσμιαίας υπαρξιακής ελευθερίας ήταν το έργο του, αξεπέραστο σε γνησιότητα και πνευματική εντιμότητα. Ένα έργο κατόρθωμα και όχι επινόημα αμφίβολης ποιότητας.

Η ακατασίγαστη δημιουργική ανησυχία του Καζαντζάκη, το ψυχανέμισμα των τεκτονικών δυνάμεων, που τον οδήγησαν στο φιλοσοφικό στοχασμό, σε συνδυασμό με τη θερμουργό επίδραση των μεγάλων μορφών των Μπερξόν, Νίτσε, Ντάντε, Βούδα, Λένιν, Ντάρβιν, Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης, Μυνιέ, πυρακτώνουν ως τα έγκατα το πνεύμα του και η ψυχή του γίνεται τελικά φλόγα, που θα καταυγάσει τον ίδιο της το δρόμο και θα προβάλει πανοραματικά τη δική της μεγαλογραφία.

Η ζωή του ήταν μια ελπίδα, που γνώριζε διαρκώς τη διάψευση. Η διάψευση, όμως, τούτη, μέσα σ’ ένα μεθυστικό ίλιγγο, φανέρωνε την ενέργειά της σαν πρωινή αποκάλυψη και γινόταν τίναγμα της ψυχής του και σεισμός του στοχασμού του, έκρηξη της σκέψης του και δόνηση του πνεύματος του. Ήταν η αφετηρία ενός νέου ξεκινήματος, για να προέλθει μια νέα ολόκληρη ζωή.

Ήταν, ακόμη, η ζωή του Καζαντζάκη μια πορεία πάνω σ’ ένα «δύσκολο, φοβερό, ατέλειωτο ανήφορο» (9), που πάντα δικαιώθηκε και ποτέ δεν καταργήθηκε. Ασταμάτητα ανέβαινε, επιστρατεύοντας αναρίθμητα πλήθη ασώματων δυνάμεων, οχυρωμένων σ’ άσπαρτο κάστρο, αρματωμένο με ακατανίκητα ηθικά και πνευματικά όπλα.

Αυτό ήταν το στήριγμα, με το οποίο πέρασε την αφιλόξενη έρημο του μηδενισμού, ήταν η κρηπίδα απ’ όπου φτερούγισε έτσι χερουβικά πάνω από τα ερείπια του ολέθρου, ήταν το βάθρο απ’ όπου ξεπέρασε το σκοτάδι της ζοφερής και άνυδρης νύχτας. Το ανάρπαγμα του Καζαντζάκη έτσι απόκοτα από το μηδενιστικό χάος είναι κάτι το επικό. Το πέτυχε η ίδια του η ψυχή, αυθόρμητα, ακαριαία, από φυσιολογικό αντιδραστικό σπασμό τη ζωντάνιας της, που απορρίπτει  την εμβίωση τα ματαιότητας και δέχεται την ορμητική δυναμική, μέσα σ’ ένα ασταμάτητο συνεκτικό μοτίβο απόλυτης πνευματικής γαλήνης. «Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο», λέγει στην «Ασκητική» του.

Η αυτοφυής και αυθύπαρκτη, η αξερίζωτη αρχέγονη ελευθερία του ήταν το αρραγές υπόβαθρο της πνευματικής του δημιουργίας, ήταν το ύστατο ζώπυρο της ύπαρξής του, που ζωογόνησε και καλλιέργησε το ασταμάτητο ανέβασμά του, που αξιοποίησε και γιγάντωσε την τιτάνια προσπάθειά του να δει κι ας γνώριζε ότι το νέφος των φαινομένων θα κάλυπτε τον ορίζοντα κι ας ήξερε ότι η ασφυκτική πίεση πραγματικότητας θα απέκρυπτε τον ουρανό, αν υπήρχε ουρανός.

Δέχεται και διακηρύττει ότι όλες οι αρετές υψώνουν, σαν κορυφαία έξαρση, σαν μέγιστο επίτευγμα, την κατάκτηση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Αυτή η εναγώνια προσπάθεια δονεί, σύψυχα, σαν ασίγαστο μήνυμα, σαν ανέκκλητη κατηγορηματική προσταγή, τις ψυχές στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και στο «Ο Καπετάν Μιχάλης». Εδώ είναι αυτόσπαρτος, αυτοφυής και αυτάνθιστος ο κόσμος της απόφασης, όπου η ελευθερία, σαν ζωοποιό αναστάσιμο όραμα, «πρέπει να καταχτάται την κάθε στιγμή, με τίμημα την ευθύνη», (10) αναφωνεί ο Τάκης Τζαμαλίκος.

Ο Καζαντζάκης προσηλώθηκε στην αξία της ελευθερίας, στάθηκε προσκολλημένος στον ελεύθερο άνθρωπο. Αποφασιστικοί αγώνες, αποκορυφωμένοι με υπέρτατες θυσίες, συγκεντρώνουν την πίστη του αυτή στο μόχθο και στη μάχη για την επίτευξη μιας καλύτερης ζωής, στο «δρόμο που ανανεώνει τη ζωή», (11) όπως παρατηρεί ο ίδιος.

Ο μαχόμενος αυτός στοχαστής, ο φλεγόμενος αγωνιώδης τύπος, κατάμεστος από φεγγοβολούσες πράξεις καρτεροψυχίας και θυσίας, πυροδοτεί τις ψυχές, αναταράζει τα βάθη, ωραιοποιεί και ηρωποιεί τον αγώνα ενάντια στη μοίρα του και συντηρεί μέσα του την εκπυρωμένη θρυαλλίδα του αληθινού δημιουργικού παλμού, ζει ψηλότερα από τη μίζερη καθημερινότητα, «εκεί όπου πνέει δριμύ, δυνατό αγέρι» (12), όπως τονίζει ο Φρειδερίκος Νίτσε.

Ο διακαής πόθος της απελευθέρωσης, από την απατηλή γοητεία και τυραννική κυριαρχία των φαινομένων, τον πυροδοτεί αέναα και τον αναφλέγει συνεχώς. Αναβλύζε,ι πηγαία και αυθόρμητα, από τους ακροτελεύτιους υπαρξιακούς του χώρους, η επιθυμία να ξεφύγει από κάποια ρωγμή των ουρανών η αλήθεια και να επιφανεί στα επίγεια πνευματικά όντα, έστω για μια στιγμή. Μια στιγμή, που θα ήταν η ίδια η αιωνιότητα. Γιατί η ρήξη αυτή των ουρανών και το φανέρωμα της αλήθειας –της ουσίας ή του μηδενός- είναι η απόλυτη ελευθερία.

Και αν αυτή η ελευθερία είναι άπιαστη και απραγματοποίητη στο φανερό κόσμο της υλικής ζωής, είναι αυτή, που, αν μείνει στης ψυχικής ζωής το μυστικό και αφανέρωτο κόσμο σαν στόχος επιδιωκόμενος αέναα, θα μας δώσει ασφαλώς την υπαρξιακή δικαίωση. «Η ανώτατη αρετή δεν είναι να ΄σαι λεύτερος, παρά να μάχεσαι για την ελευθερία», κραυγάζει ο ίδιος στην «Ασκητική» του.

Τον χαρακτηρίζει, σε μια ατέλειωτη μεταλλαγή, η απαισιοδοξία, ο πνευματικός μεσσιανισμός, μια συνεχής αγωνία ν’ ανακαλύψει το υψηλό, το ωραίο και το αληθινό. Έτσι, ο «ηρωικός μηδενισμός» της «Οδύσσειας» δεν είναι απόλυτα αρνητικός.

Το πνεύμα και η καρδιά του Καζαντζάκη δεν ικανοποιούνται με τον πρόσκαιρο θόρυβο, τη φευγαλέα διονυσιακή μέθη και την απατηλή επιφάνεια και τα ζώπυρα στους μύχους της αχόρταγης, αγέρωχης και γενναίας ψυχής του φέγγουν προς νέες αναζητήσεις, αλλεπάλληλες, ατερμάτιστες. Ο αγώνας για μεγαλύτερα, επιβλητικότερα ύψη συνεχίζεται αέναος και μαζί η αγωνία κορυφώνεται αβυσσαλέα. «Δε σβήνει ποτέ ο πυρσός που άναψε στην Ασκητική του» (13), τονίζει ο Κώστας Προύσης.

Παρά τον επηρεασμό που δέχεται από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία «της λύσσας της καταστροφής» και της «αλαζονείας», αυτός ο θετικός οραματισμός, που αστείρευτα αναπηδά από τους μακρόπνοους και ζεστούς στοχασμούς, την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» και αποκρυσταλλώνεται σαν σε διαμαντένιο εγκόλπιο με πανανθρώπινη αξία, «δεν είναι η μηδενιστική απελπισία αλλά ο ύμνος της ζωής και της μοίρας του ανθρώπου» (14), όπως λέγει ο Κίμων Φράιερ. Είναι η ακλόνητη επικύρωση της αλήθειας ότι υπεράνω του κόσμου της ύλης δεσπόζει η δίψα της μάθησης και διαλάμπει η μαρμαρυγή της δόνησης από το θαυμαστό μυστήριο της ζωής.

Μεγάλε μας δάσκαλε, σκαρφάλωσες αγέρωχα στην κορυφή του όρους και φωτοβόλησες εκτυφλωτικά στο στερέωμα του νεοελληνικού πνεύματος. Δεν είναι καθόλου εύκολο να εξαρθεί κανείς στην ακριβή αξιολόγηση και στην επαρκή εξύμνηση της προσωπικότητάς σου, που της ανήκει ο τίτλος του πανύμνητου. Όσο ο χρόνος θα κυλά, τόσο η εγκόσμια εικόνα σου, ηρωικέ Κρητικέ, θα λαγαρίζεται ώσπου να ΄ρθει η ώρα της μετεώρισής της σε μυθική μορφή.

«Τέλεψες το χρέος σου και έφυγες», αναφωνεί ο Δημήτρης Φωτιάδης, «Τώρα κοίτεσαι, αντικρίζοντας την αιωνιότητα, στην Τάπια του Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Πάνω στην πλάκα σου, καθώς το ζήτησες ο ίδιος όσο ζούσες, είναι χαραγμένα τούτα τα λόγια: «ΔΕ ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΦΤΕΡΟΣ». (15)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Τετράδια «Ευθύνης», Νο 3, Θεώρηση του Νίκου Καζαντζάκη, 2η έκδοση, σελ. 45.
  2. Καρλ Γιάσπερς, Μαθήματα Φιλοσοφίας, Αθήνα, 1978, μτφρ. Χρήστου Μαλεβίτση, σελ. 29.
  3. Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, 1961, σελ. 117.
  4. Καρλ Γιάσπερς, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Αθήνα, μτφρ. Χρήστου Μαλεβίτση, 3η έκδοση, σελ. 19.
  5. Νέα Εστία, Νίκος Καζαντζάκης, Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211, σελ. 151.
  6. «Ψαλμοί», 102,5.
  7. Νέα Εστία, Νίκος Καζαντζάκης, Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211, σελ. 10.
  8. Τετράδια «Ευθύνης», Νο 3, Θεώρηση του Νίκου Καζαντζάκη, 2η έκδοση, σελ. 155.
  9. Νίκου Καζαντζάκη, Ασκητική, SALVATORESDEI, 2η έκδοση, Αθήνα, 1962, σελ. 58.
  10. Τετράδια «Ευθύνης», Νο 3, Θεώρηση του Νίκου Καζαντζάκη, 2η έκδοση, σελ. 160.
  11. Νίκου Καζαντζάκη, Επιστολές προς τη Γαλάτεια, 1958, σελ. 260.
  12. Φρειδερίκου Νίτσε, Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα, Αθήνα, 1958, μτφρ. Άρη Δικταίου, έκδ. Π. Καλφάκη, σελ. 40.
  13. Νέα Εστία, Νίκος Καζαντζάκης, Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211, σελ. 81.
  14. Νέα Εστία, Νίκος Καζαντζάκης, Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211, σελ. 143.
  15. Νέα Εστία, Νίκος Καζαντζάκης, Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211, σελ. 43.

Ζάκυνθος, Οκτώβριος 1983

Δημοσιεύτηκε στα αριθ. 437/24-10-1983 και 438/31-10-1983 φύλλα της εφημερίδας Ζακύνθου «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s