ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

 «ΜΕΓΙΣΤΟΙ ΦΩΣΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΗΛΙΟΥ ΘΕΟΤΗΤΑΣ»

Όταν, μεταξύ 361-363 μ.Χ, ο εκ Περγάμου διάσημος Έλληνας γιατρός, ταλαντούχος χειρουργός, Ορειβάσιος, εκτελώντας εντολή του φίλου του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, ήλθε στους Δελφούς και επιχείρησε να αναστηλώσει το ιερό του θεού Απόλλωνα, διαπίστωσε το μάταιο της προσπάθειάς του και δοκίμασε οδυνηρή απογοήτευση στο άκουσμα της περίφημης απάντησης του Μαντείου: «Είπατε τω βασιλεί: Χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ». (1)

Αυτή η φράση έχει χαρακτηριστεί ως «ένα από τα λίγα κείμενα, που υπάρχουν στην παγκόσμια φιλολογία, που ηχούν τόσο σπαρακτικά και σαν πένθιμο σήμαντρο σημαίνουν το τέλος ενός κόσμου». (2) Το τέλος της ειδωλολατρίας και την επικράτηση του Χριστιανισμού έναντι του αρχαίου κόσμου.

Οι απλοί και τόσο χαρακτηριστικοί λόγοι του Μαντείου των Δελφών αποδίδουν πλήρως την πραγματικότητα της εποχής εκείνης και καταδεικνύουν την ανεδαφικότητα των προσπαθειών του Ιουλιανού να αναστήσει τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.

Οι ολύμπιοι θεοί, οι βωμοί, οι τύποι λατρείας και τα μαντεία με τους χρησμούς τους είχαν εισέλθει οριστικά πλέον στο χώρο της μυθολογίας και της ιστορίας και ήταν πολύ δύσκολο να βρουν απήχηση και να σταθούν στη συνείδηση των ανθρώπων του 4ου μ.Χ. αιώνα, που αποτελεί αποφασιστικό και σημαντικό σταθμό για την παγκόσμια ιστορία και για τη ζωή του ανθρώπου.

Από τον αιώνα αυτόν άρχισε η προσπάθεια δημιουργίας τέχνης και φιλολογίας χριστιανικής, στην οποία κύρια θέση κατέχει το ελληνικό στοιχείο.

Τότε άκμασαν οι μεγάλες μορφές του Χριστιανισμού, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα διακρίνονται ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Αμβρόσιος, ο Χρυσόστομος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος.

Η συμβολή των μεγάλων τούτων Ανδρών και κυρίως των Τριών Ιεραρχών, στη θεμελίωση της ελληνικής χριστιανικής φιλοσοφίας, είναι τεράστια και ακρογωνιαία. Όλοι αυτοί είχαν συλλάβει ορθά και είχαν εμβαθύνει επιτυχώς στα θέματα και στα προβλήματα της εποχής τους και είχαν ανατάμει, κατά βάθος και κατά πλάτος, στις περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου ιδέες των μεγάλων φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδας και κυρίως στις ιδέες του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Από τη θέση αυτή ξεκινώντας, κατόρθωσαν να θεμελιώσουν την ελληνική χριστιανική φιλοσοφία, σαν συνέχεια της αρχαίας ελληνικής, με την οποία εισάγονται νέες απόψεις και νέοι τρόποι θεώρησης της ύπαρξης και της ζωής.

Το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας ασκεί ανακαινιστική επίδραση και για τη ζωή και για τη σκέψη της ανθρωπότητας. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, δυνάμει της αναφοράς προς τον ουράνιο Πατέρα, γίνονται αδελφικές.

Η αρετή της αγάπης, που εξικνείται μέχρι και τη χορεία των εχθρών, προβάλλει νέες αξίες και εγκαινιάζει νέα κοινωνική εποχή.

Η αγάπη καταργεί τους πανάρχαιους θεσμούς της βίας και της δουλείας και ανοίγει την οδό προς την πλήρη του ανθρώπου ελευθερία. Ο άνθρωπος νοείται τώρα σαν ελεύθερη πνευματική προσωπικότητα, με προορισμό να αποτελέσει μέλος της επουράνιας βασιλείας.

Οι υψηλές και μεγαλεπήβολες αυτές ιδέες του Χριστιανισμού προκάλεσαν, όπως ήταν επόμενο, μεγάλη αναστάτωση.

Η αναμόρφωση, όμως, ήταν γεγονός αναμφισβήτητο, αναντίρρητο και αναπότρεπτο.

Δεν κατορθώθηκε βέβαια χωρίς κόπους και σκληρότατους αγώνες εναντίον ισχυρών κακόβουλων αντιπάλων και μεγάλων ποικίλων εμποδίων.

Ο Χριστιανισμός, σαν θρησκεία θείας προέλευσης και αποκάλυψης θείας, ρίζωσε βαθύτατα στην ανθρώπινη συνείδηση και επικράτησε πλήρως. Στην επικράτηση αυτή συνετέλεσε, μέχρις ενός σημείου, και το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός δεν αγνόησε και δεν απέρριψε, αλλά προσέλαβε και αφομοίωσε τις ηθικές και πνευματικές αξίες του δύοντος αρχαίου ελληνικού κόσμου και πέτυχε να ευρύνει ακόμη περισσότερο την ανθρώπινη σκέψη και διανόηση και να θέσει τα θεμέλια ενός νέου πολιτισμού, του Ελληνοχριστιανικού.

Με το χριστιανικό κήρυγμα, ανέτειλε ένας νέος κόσμος, ένας κόσμος καλύτερος, που είχε σαν σκοπό την καθολική ανύψωση του ανθρώπου. Ταυτόχρονα, όμως, έδυε ένας άλλος κόσμος, του οποίου η δυναστεία διήρκεσε επί αιώνες και του οποίου η προσφορά σε ηθικές και πνευματικές αξίες υπήρξε πολύ σημαντική και αναμφίβολη.

Η συμβολή, στην περιφανή αυτή νίκη του Χριστιανισμού, των Τριών Μεγάλων Ιεραρχών, που τη μνήμη τους κατ’ αυτάς τιμούμε και γεραίρουμε, υπήρξε αρκούντως αποφασιστική και εξόχως αποδοτική.

Σηκώθηκαν σαν μετέωρα, άναψαν, άστραψαν, σπιθοβόλησαν. Κατέσπειραν την εμψυχωτική θεία επιρροή Τους.

Το έργο δύσκολο, βαρύ το χρέος τούτης της στιγμής. Η αποστολή εξαιρέτως κρίσιμη αλλά και εξόχως δυσχερής.

Την ιερή των μεγάλων Δασκάλων μνήμη τα λόγια δεν μπορούν να ζωντανέψουν και αντάξιο της μεγαλοσύνης Τους θρόνο να στήσουν στην καρδιά μας αδυνατούν.

Το πνεύμα πρόθυμο, όμως η δύναμη αδύναμη εμπρός στο γιγάντιο ανάστημα Σου, ιερότατη της Εκκλησίας Τριάδα.

Ωστόσο, παρά τη συγκλονιστική προοπτική θεόληπτου ιλίγγου, θα επιχειρήσω τις μορφές Σας, τις υπέργειες, σε ανθρώπινα να κλείσω μέτρα, τη φωτοφόρο και φωτοστεφή ανιστορώντας στον κόσμο τούτο παρουσία Σας, Βασίλειε ουρανοφάντορα, στοχαστικέ Γρηγόριε, κλεινέ Ιωάννη Χρυσορρήμονα.

Ακολουθούμενοι και συμπαραστατούμενοι από το ανώνυμο πλήθος των ευσεβών και γνήσιων χριστιανών, με τη θεόπνευστη διδασκαλία Τους, με το φιλοσοφικό στοχασμό Τους, με τα έργα Τους και το παράδειγμά Τους, έγιναν οδηγοί και επηρέασαν μεγάλως τη χριστιανική σκέψη και τη θεολογία της εποχής Τους, ποδηγετώντας, στερρώς και σωτηριωδώς, την κοινωνία σε αυτάξιες πληρώσεις ζωής. Μετουσίωσαν την ιδέα της αγάπης σε πράξη. Καταπολέμησαν, με σθένος, ευψυχία και αποτελεσματικότητα, τις αιρέσεις και στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη. Καυτηρίασαν τη σπατάλη και τη χλιδή του βίου. Επέκριναν τη σειρηνική ενέδρα αλόγιστων και άμετρων ανέσεων. Διακήρυξαν την ελευθερία του ανθρώπου. Αγάπησαν τον άνθρωπο και έζησαν τα προβλήματα και τις ανάγκες του.

Περισσότερο όλων των άλλων, οι θεόφοροι αυτοί Ιεράρχες, με τη διδαχή και τα περισπούδαστα συγγράμματά Τους, συνετέλεσαν στη σύζευξη των θησαυρών της αρχαίας κλασικής σοφίας και γραμματείας με τη διδασκαλία του Χριστιανισμού.

Το πνεύμα του Θεού είναι διάχυτο στις σκέψεις, στους λόγους, στις πράξεις και στα συγγράμματα των Τριών Ιεραρχών. Η καρδιά Τους είναι πληρωμένη από το Χριστό. Με το πνεύμα αυτό ατενίζουν τον άνθρωπο, τη φύση, τα εγκόσμια. Η αγάπη, που αισθάνονται για τα δημιουργήματα αυτά του Θεού, είναι απέραντη, γιατί με αυτά αποκαλύπτονται και υμνούνται η σοφία, η μεγαλοσύνη και η τελειότητα του Δημιουργού.

Εκείνο που πρώτο καταπλήσσει στην πολυμερή και πολυσύνθετη προσωπικότητά Τους είναι η δύναμη του πνεύματός Τους. Είναι, συγχρόνως, κήρυκες του θείου λόγου θεόπνευστοι και διαπρύσιοι, βαθυστόχαστοι συγγραφείς, ακατάβλητοι και αδάμαστοι πολεμιστές στο διμέτωπο αγώνα κατά της παλιάς πίστης και της κακοδοξίας, εναντίον των ειδώλων και εναντίον των αιρέσεων.

Οι πολέμιοι της νέας πίστης από το οπλοστάσιο της ελληνικής φιλοσοφίας δανείζονταν τα βέλη, με τα οποία δοκίμαζαν να πλήξουν τη νέα ομολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας και κατ’ εξοχήν οι Τρεις Ιεράρχες, έμπλεοι ήδη ευαγγελικού φωτός, προσοικειώθηκαν την ελληνική φιλοσοφία, διατύπωσαν μ’ αυτή τις χριστιανικές αλήθειες και στερέωσαν το οικοδόμημα της πίστης. Στη θέση της αριστοτελικής και πλατωνικής φιλοσοφίας, ο Χριστιανισμός αντέταξε μια χριστιανική φιλοσοφία, καθώς επίσης στη θέση της πολιτικής και δικανικής ρητορικής τη ρητορεία του εκκλησιαστικού άμβωνα.

Οι λεπτές δογματικές διακρίσεις και δογματικές διαμάχες υπήρξαν αναγκαίες. Αν τα δόγματα του Αρείου αφήνονταν να επικρατήσουν, δεν έμενε παρά ένα βήμα για να οπισθοχωρήσουμε στην άρνηση της νέας θρησκείας.

Η μάχη, στην οποία αποδύθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες, ήταν ιστορικά αναγκαία. Και ανταποκρίθηκαν θαυμάσια στην ιστορική αποστολή Τους. Αφού ανέπτυξαν τα δόγματα της πίστης με διαλεκτική δύναμη, που φανερώνει οξεία ευφυΐα και παίδευση πληθωρική, διαχάραξαν την τροχιά, πάνω στην οποία για δεκαέξι ολόκληρους αιώνες κινείται η ορθόδοξη ομολογία. Κατασφάλισαν την πίστη, όρθωσαν φραγμούς στις αιρέσεις και παρερμηνείες και σφυρηλάτησαν την πανοπλία, με την οποία αμύνονται παλιοί και νέοι πρόμαχοι της ορθόδοξης πίστης.

Τονίστηκε ήδη ότι το πολιτικό βήμα διαδέχτηκε ο εκκλησιαστικός άμβωνας.

Της ιστορικής αυτής μεταβολής φορείς, κυρίως, είναι οι Τρεις Ιεράρχες. Παλαίοντας προς μύριες κατευθύνσεις και απευθυνόμενοι σε ετερόκλητα ακροατήρια, ανέλαβαν να καταστήσουν προσιτό το δόγμα της θείας οικονομίας, συνδυάζοντας τη θεωρητική ανάλυση με την πρακτική όψη των πραγμάτων. Η ρητορική Τους δεινότητα υπήρξε περιώνυμη. Διέθεταν αποδεικτικότητα και κάλλος, απλότητα και εμβρίθεια, γνώση των θεμάτων και παραστατική δύναμη. Η σθεναρή φωνή Τους, ορθοτομούσα το λόγο της αλήθειας, δονούσε τους θόλους των ναών, σ’ εποχή που η εκκλησία σαλευόταν επικίνδυνα από τις αιρέσεις και τα κατάλοιπα της αρχαίας λατρείας.

Αλλ’ υπήρξε και μέσον ηθικοκοινωνικής ανάπλασης ο λόγος Τους. Είτε καθορίζοντας τα καθήκοντα του ανθρώπου, είτε υμνώντας τις ευαγγελικές αρετές, είτε ελέγχοντας ελαττώματα των συγχρόνων, οι θείοι Πατέρες πετύχαιναν να συγκλονίζουν τις καρδιές των ανθρώπων.

Αυτός ο αξερίζωτος, ο αμάραντος συγκλονισμός, σαν μυστηριώδης επενέργεια, προστάζει και σήμερα ακόμη τα έργα μας και διαμορφώνει τους στοχασμούς μας, δίνει τη νόηση της θρησκευτικής μας συνείδησης στην πρώτη της γέννηση, στην αιώνιά της αναγέννηση, στην αέναη επιβίωσή της.

Ανάλογο με το πνευματικό ύψος των Τριών Ιεραρχών ήταν το ηθικό Τους ανάστημα. Η αρμονική αυτή συνύπαρξη είναι το ανεξύμνητο άφλογο αλλά φλογοβόλο έναυσμα πνευματικής ευεξίας και ηθικής ευγένειας, ικανών για ψυχοπλαστική επενέργεια πρωτόφαντης έκτασης και θαμβωτικής έντασης. Εκεί έχει την ανάβλυσή της η απόκρυφη έκλαμψη της θεϊκής αποκάλυψης. Εκεί αποταμιεύει κι εκεί εκδαπανά την αξία της. Στης ηθικής ψυχής Τους τα ανεξερεύνητα άδυτα.

Είναι μεταξύ των λίγων ανθρώπων, για τους οποίους λόγοι και έργα, διδασκαλία και παράδειγμα, θεωρία και πράξη συμπορεύονται αρμονικά.

Δίκαια θρυλήθηκε η σθεναρή στάση του Μεγάλου Βασιλείου προς τον Ουάλεντα, όταν αυτός απαιτούσε την προσχώρησή Του στον αρειανισμό. Η «Καινή πόλις και ευσεβείας ταμείον», συγκρότημα αγαθοεργών καταστημάτων μεγάλης ακτινοβολίας, άνοιγε το δρόμο σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνική πρόνοια και που για αιώνες ασκήθηκε σε εκκλησίες και μοναστήρια, προτού καταστεί αρμοδιότητα της πολιτείας. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζεται για την καθαρότητα, σαφήνεια και κυριολεξία στους λόγους Του. Υπήρξε, κυρίως, ιεροκήρυκας της ευποιίας, την οποία και ο ίδιος έκαμε άξονα της ζωής Του.

Ίσος κατά την αρετή, αλλά διάφορος κατά το χαρακτήρα, ήταν ο Γρηγόριος, ο ομόστεγος του Βασιλείου στα χρόνια της σπουδής, φίλος ισάδελφος σ’ όλη τη ζωή. Ο Γρηγόριος αισθάνεται κλίση προς τη μελέτη και τη στοχαστική ονειροπόληση. Η περιοχή του πρακτικού βίου είναι κάτι που δεν τον συγκινεί. Τα αξιώματα δεν τον ελκύουν. Ο Γρηγόριος διακρίνεται για την εμβρίθεια, με την οποία απέδειξε τη θεότητα του Λόγου. Αλλά και ανέλαβε το έργο της προστασίας του λαού από τις καταπιέσεις της πολιτικής εξουσίας.

Θριαμβική υπήρξε η δράση του ιερού Χρυσόστομου στην Αντιόχεια και θριαμβικότερη στη Βασιλεύουσα. Έγινε εκεί το στήριγμα, όπου προσέφευγαν οι ενδεείς, οι πάσχοντες, οι διωκόμενοι. Συνέστησε ταμείο ευποιίας και αγωνίστηκε για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Του Ιωάννη η ρητορική δεινότητα διαθρυλήθηκε στους αιώνες και Του χάρισε το επώνυμο του Χρυσόστομου. Ερμήνευε τις Γραφές με ζωηρότητα και παραστατικότητα, χρησιμοποιώντας λαμπρές αλληγορίες και εικόνες. Δε δίσταζε να στιγματίζει τις κακίες ψηλά ιστάμενων προσώπων, την αναλγησία των μεγιστάνων ή την επιδεικτική πολυτέλεια μερικών κυριών, σε μια εποχή που οι φτωχοί αριθμούνταν κατά μυριάδες. Οι ομιλίες Του χαρακτηρίζονταν από βαθιά γνώση του ανθρώπου και καλοκαγαθία ευαγγελική. Είχε το μυστικό να συναρπάζει και να συνεγείρει τις ψυχές των ακροατών.

Το απαστράπτον, αστραπηβόλο και αστραπόμορφο ηθικό, κοινωνικό και θρησκευτικό ανάστημα της ιερότατης Τριάδας ρέει και συμποτίζει αέναα τις ψυχές μας με θεϊκό νάμα, που κελαρύζει τόσο θελκτικά «περί πάντων των ανθρωπίνων» και τις αποστάζει στη μία και ενιαία ψυχή των χριστιανών, μα και όλων των ανθρώπων, ώστε να μη χαίνει πιθανός ο κίνδυνος να συρθεί το ανθρώπινο γένος στην πιο θλιβερή ανελευθερία, δηλαδή σε πνευματική αποψίλωση και σε ηθική αποχαύνωση.

Οι Τρεις Μεγάλοι Ανδρες έχουν από μακρού αναγνωριστεί σαν παιδαγωγοί της νεότητας και μεγάλοι Δάσκαλοι. Οι γνώμες Τους για την αγωγή μπορούν να αποτελέσουν ολόκληρα βιβλία, από άποψη δε ποιού είναι τέτοιες, ώστε μερικές να θεωρούνται και σήμερα ακόμη σαν πρωτοποριακές. Σχεδόν δεν υπάρχει θέμα παιδαγωγικό, που να μην έχουν αντιμετωπίσει.

Στη μεγάλη Τους καρδιά, τη θεοδόχο και θεοχαρίτωτο, μπόρεσαν να χωρέσουν άνετα και να συμβιβαστούν αρμονικά της χριστιανικής αλήθειας το αείζωο ιδανικό και της ελληνικής παιδείας ο ζωοδότης φωτισμός, ο απ’ τις εγκόσμιες πηγές εκπηγάζων κι εκείνος που έρχεται από μια υπερκόσμια εστία ακτινοβολίας, σαν θρίαμβος της ελευθερίας του ανθρώπου και σαν αναζήτηση της αξιότατης πλήρωσης της ζωής, της συστατικής του ολικού ηθικού προβλήματος.

Είναι οι θεμελιωτές του χριστιανικού ανθρωπισμού. Η σκληρή αναμέτρηση μεταξύ της νέας πίστης και της ανθρώπινης σοφίας είχε δημιουργήσει οξύτατο πρόβλημα σχέσεων μεταξύ ελληνικής παιδείας και χριστιανισμού. Οι Τρεις Μεγάλοι Δάσκαλοι, αφού στάθμισαν τη σημασία της νέας πίστης και δόθηκαν ολόψυχα σ’ αυτή, εργάστηκαν μεθοδικά για να συζεύξουν τη νέα ομολογία με ό,τι ουσιαστικό οι προηγούμενοι αιώνες είχαν συνεισφέρει, δηλαδή με την ελληνική παιδεία και την κλασική σκέψη. Από τη σύζευξη αυτή κλασικής παιδείας και χριστιανικής αγνότητας, επρόκειτο ν’ αναπηδήσει ένα νέο ιδεώδες, το ελληνοχριστιανικό και ένας νέος τύπος ανθρώπου, προβαλλόμενος σαν πρότυπο, χωρίς «το κακόηθες και ακόλαστον και ανελεύθερον και άσχημον», αλλά με αξιότατη πλήρωση και ηθική αρτίωση ζωής.

Αξιοθαύμαστη πλευρά της προσωπικότητας των Τριών Ιεραρχών είναι η ευαισθησία Τους προς τον κόσμο της δημιουργίας και η ψυχική Τους ευγένεια. Ενώ η σκέψη Τους στρεφόταν προς την άνω Ιερουσαλήμ, δεν καταφρονούσαν τον υλικό κόσμο. Είδαν τον κόσμο σαν έργο της θείας αγαθότητας και το φυσικό κάλλος σαν ανταύγεια του πνευματικού. Στον άγριο ανταγωνισμό των στοιχείων, στην ήρεμη εκτύλιξη της ζωής, είδαν να αποκαλύπτεται το θεϊκό μεγαλείο.

Οι Τρεις Πατέρες έφυγαν απ’ τον κόσμο, το φωτεινό παράδειγμα Τους ζει παντοτινά, και τολμηρό και άκαμπτο αναμοχλεύει, διαρκώς και αδιαλείπτως, τα μέγιστα σύγχρονα προβλήματα.

Πράγματι, το συναρπαστικό απειρόπτυχο πανόραμα διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών, πηγή κατ’ εξοχήν κινήτρων θρησκευτικού και κοινωνικού ενθουσιασμού, προσδίδει, εις το διηνεκές, στο συνολικό ηθικό πρόβλημα, εμψυχωτική ένταση και απειροδύναμη προέκταση.

Στον ορίζοντα του πνεύματος, όπως Αυτοί τον άνοιξαν ακέραιο και απέραντο εμπρός στη συνείδηση του ανθρώπου, στραμμένου προς το συνολικό ηθικό πρόβλημα, περιέχονται ποικίλες δυνατότητες για πληρώσεις αυτάξιες της ζωής. Έτσι, το θρησκευτικό βίωμα, όπου γνήσια υπάρχει, κατά το πρότυπο των Τριών Ιεραρχών, «συναιρεί όλες τις ψυχικές λειτουργίες, κατέχει ριζικά τη συνείδηση του ανθρώπου και ενέχει συναίσθηση για εξάρτηση απόλυτη προς λύτρωση απόλυτη». (3)

Στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της, η ανθρωπότητα φέρει τη σκέψη στις μεγάλες και κορυφαίες μορφές περασμένων καιρών και στους μεγάλους ταγούς της. Αυτό πράττουμε κι εμείς, αφού η εποχή μας συνθλίβεται από βαρύτατες αντινομίες και «ο σημερινός άνθρωπος βαρύνεται με την προνομιακή τύχη να βρίσκεται σε μια εποχή, πολυκίνδυνη και πολυέλπιδη, απειλημένη από αντιανθρώπινες δυνάμεις και εμψυχωμένη από ευδαιμονικές προοπτικές». (4)

Ακτινοβόλησε, ω σεβάσμια της Εκκλησίας Τριάδα, και διώξε τα σκοτάδια της ψυχής μας, ώστε να καταστεί ικανή για θεωρητικές ζητήσεις και πληρώσεις, για αισθητικές δονήσεις και συλλήψεις.

Ουρανοφάντορα Βασίλειε, εμφύσησε δημιουργική πνοή Θεού, θεόπνευστη λειτουργική πραγμάτωση στη νεότητα, που ευλαβικά παρακολουθεί το έμπρακτο φανέρωμα των μυστικών δυνάμεων της άγιας ζωής Σου, ώστε να εξεύρει το απειρόπλεγμα δυνατοτήτων προς εκπλήρωση του απέραντου ηθικού χρέους, με ελπιδοφόρο προοπτική να χειραγωγηθεί το ανθρώπινο γένος σε μια στάθμη πνευματικής διαύγειας και ηθικής ευεξίας, αντάξια των μεγαλεπήβολων βημάτων και τάσεων της εποχής.

Θεολόγε Γρηγόριε, αστείρευτη, γάργαρη και λαγαρή πηγή ευκρασίας, ευρωστίας και εύπνοιας, βαθύγνωμε των θείων εντολών ερμηνευτή, «φως ιλαρόν» φωτοβόλησε από ενδότατα ανερεύνητα βάθη, δώρισε άνθος μαζί και καρπό λυτρωτικού εκφραστικού ξεσπάσματος, αγγελική ευδοκία, δοσμένη απ’ το Θεό στους ανθρώπους, για να ξαναβρίσκουμε το δρόμο των χαμένων παραδείσων.

Χρυσορρήμονα Ιωάννη Χρυσόστομε, αυτόσπαρτο, αυτόφυτο και αυτάνθιστο της ιεροσύνης πρότυπο, η αστραποβόλος αναλαμπή των μεγάλων αρετών Σου ας λάμψει εκτυφλωτικά στις δικές μας ψυχές, ώστε να επέλθει η ανατολή του πνεύματος, η ανάβλυση της ελευθερίας του ανθρώπου και η κατάκτηση της ανοικτής προοπτικής του χρόνου και να οδεύσουμε, συνεπώς, προς εσώψυχη περισυλλογή και πειθαρχία.

Τη μνήμη ανακαλώ και τον αίνο αναπέμπω. Τη ρίζα θέλω να υμνήσω την κρυφή, που κι αν όλα τ’ άλλα μαραθούν, κεραυνωθούν και πέσουν, αυτή είναι ακόμα ικανή ν’ ανεβάσει, από τα έγκατα της γης, ζωοποιούς χυμούς κι ανθοφόρες δυνάμεις. Την Ψυχή των Τριών Ιεραρχών λαχταρώ να δοξολογήσω, την άυλη αυτή κιβωτό των θρησκευτικών, ηθικών αξιών, που κανένας κατακλυσμός γιγαντοδύναμος δεν μπορεί να την καταποντίσει.

Συνείδησή μας και πίστη μας, ηθικό μας έρμα και υψωτική μας δύναμη, ρίζα αμάραντη του αξιολογικού μας ορίζοντα, επιδότης και διδάχος λυτρωτικής ανάστασής μας και σωστικής ανάτασής μας, ας είναι η φωτοφόρος στερρή πεποίθησή μας ότι την ακατάβλητη θρησκευτική μας αντοχή και την ακατάλυτη πολιτιστική μας δημιουργία οφείλουμε, κατά πολύ, και στην κορυφαία, θεοδόχο και θεοδρόμο Τριάδα των Μεγάλων Ιεραρχών.

Υποσημειώσεις:

  1. Τη θρυλούμενη αυτή απάντηση της Πυθίας του Μαντείου των Δελφών, προς τον απεσταλμένο του Ιουλιανού, γιατρό και κοιαίστορα (ταμία του στρατού και γενικά ταμία του δημόσιου χρήματος), Ορειβάσιο, παρέθεσε, τον 4ο αι. μ. Χ., ο αρειανός χριστιανός ιστορικός Φιλοστόργιος. Η απάντηση σε μετάφραση: «Πείτε στο βασιλιά ότι: Ο δαίδαλος έχει πέσει στο χώμα, ο Φοίβος δεν έχει σπίτι, ούτε προφητική δάφνη, ούτε πηγή με ανθρώπινη λαλιά, στέρεψε και το νερό που μιλούσε».
  2. Αγγέλου Σ. Βλάχου, Πυθίας παραληρήματα, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 1983, σ. 218.
  3. Κων/νου I. Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήναι, 1978, σ. 84.
  4. Κων/νου I. Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήναι, 1978, σ. 172.

Ζάκυνθος, Ιανουαρίου φθίνοντος 2014

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «ΕΠΙΛΟΓΕΣ» του φύλλου της εφημερίδας Ζακύνθου «ΕΡΜΗΣ» της 31ης Ιανουαρίου 2014.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s