ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΔΡΕΙΑΣ

Κοσμογονικά τα μεγάλα γεγονότα αποκρύβουν τη γενεσιουργό τους αιτία στον πέπλο του μύθου, διαλάμπουν, όμως, την ενέργειά τους σαν πρωινή αποκάλυψη. Φανερώνεται, βέβαια, επιβλητική και έξοχη του λογισμού και της γνώσης η καρποφορία, μεγαλοπρεπέστερη και θαυμαστότερη προβάλλεται της ψυχής η ανθοφορία με την ιστοριοπλαστική μεγαλοσύνη της. Θριαμβικότερα θα είναι πάντοτε τα ψυχικά των ανθρώπων σκιρτήματα, παρά τις διασείσεις του στοχασμού τους.

Η ανδρεία, το αδιάσειστο έρμα της ψυχικής ευεξίας και της ηθικής ευγένειας, θεσμοθετεί άγραφους νόμους, κυοφορεί εκπλήξεις και θαύματα, θάμπη και λάμπη, δίνει έκταση και ένταση, αίγλη και κύρος στη θριαμβική πορεία της ηθικής φυσιογνωμίας του ανθρώπινου γένους.

Η ανδρεία αποτελούσε την κορυφαία αρετή στο αξιολογικό πλέγμα των κοινωνιών, που βασικό σκοπό είχαν την πολεμική προετοιμασία και μαχητική συγκρότηση των πολιτών. Όπως μαρτυρούν τα έπη του Ομήρου (1), η αρετή του ανθρώπου υποδηλούσε αρχικά ανδρεία και κυρίως ικανότητα, δεξιότητα και δύναμη του πολεμιστή, χωρίς στοιχεία της ηθικής έννοιας του όρου. Η πολεμική ποίηση του Τυρταίου προβάλλει, στην ηθική αξιολογία της Σπάρτης, την ανδρεία σαν τη μεγαλύτερη και απόλυτα αναγκαία αρετή (2).

Ο ηθικός στοχασμός περιέλαβε στους αντικειμενικούς του σκοπούς και την ανδρεία, σαν αξία και έννοια, μετά την αναζωογόνηση και διέγερση του κριτικού πνεύματος στην αρχαία Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε ότι προϋπήρχε ο θρύλος του πολυμήχανου Οδυσσέα, στην ψυχολογικοηθική συγκρότηση του οποίου αξία πρώτη δεν ήταν η απλή ανδρεία. Ο Θουκυδίδης, τακτικά και πολυειδώς, διατυπώνει σκέψεις σχετικές με την ανδρεία. Στον «Επιτάφιο», ο Περικλής εκφράζει οικείες γνώμες, πραγματοποιώντας εκτιμητική προβολή της ανδρείας «το εύψυχον», υψώνοντάς την στο αέτωμα δύο ύψιστων αξιών της εποχής εκείνης: «και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δε ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες…».

Οι φιλόσοφοι, επίσης, ερευνούν, αναλύουν και κρίνουν τις ψυχολογικές προϋποθέσεις και τα συνθετικά στοιχεία της ανδρείας.

Ο Πλάτωνας προβαίνει σε ειδική θεώρηση του προβλήματος της ανδρείας στα έργα του «Λάχης) (3) και «Πρωταγόρας» (4). Συγκροτημένα, όμως, και ακέραια αντιμετωπίζει το πρόβλημα τούτο στο έργο του «Πολιτεία», στο οποίο η ανδρεία αποτελεί μέλος του συστήματος των αρετών, απαρτισμένου, κατά διατύπωση του πρύτανη της Παντείου Κων/νου Δεσποτόπουλου, «ακριβώς από την «ανδρεία», τη «σωφροσύνη» και τη «σοφία», σαν  τρεις βασικές αρετές, αλληλεξαρτημένες μεταξύ τους και συναποτελεστικές της «δικαιοσύνης», δηλαδή της συνολικής αρετής, αντίστοιχα και με τη συναποτέλεση της αρμονίας της ψυχής από την αρμονική λειτουργία των τριών κύριων μερών της, «θυμοειδούς», «επιθυμητικού», «λογιστικού». (5)

Ο Πλάτωνας σαφώς αντιδιαστέλλει τις διαδομένες μορφές ψευδοανδρείας από την αληθινή ανδρεία, την αθάνατη πνοή, που αγνοεί την κύρωση της πράξης και παραδέχεται την υποβολή του παραμυθιού, που η εμψυχωτική γοητεία της αντισκόφτει το ρίγος του θανάτου με το ρίγος της Ανάστασης. Καθορίζει δε ο Πλάτωνας, την ανδρεία «σωτηρίαν… της δόξης της υπό νόμου δια της παιδείας γεγονυίας περί των δεινών α τε εστί και οία» (6) και «τοιαύτην δύναμιν και σωτηρίαν δια παντός δόξης ορθής τε και νομίμου δεινών τε πέρι και μη» (7).

Συνεπώς, στην τέλεια σύλληψη της έννοιας της ανδρείας από τον Πλάτωνα, αληθινή ανδρεία δε θεωρείται η έλλειψη φόβου, η γενναιότητα ή η περιφρόνηση του κινδύνου απλώς, η σύμφυτη και έμφυτη σε ορισμένους ανθρώπους, όπως και σε κάποια θηρία, είτε η κοινωνικά εγχυμένη σ’ αυτούς χωρίς ενσυνείδητη γνώση της ενέργειας. Η γνήσια ανδρεία είναι έμφυτος, εμπεριέχεται σαν σπέρμα αμόλευτο στην εσώτατη άρθρωση της ψυχής, συσπειρώνεται στον πυρήνα του ψυχισμού, σαν πρωτόζωο απείραχτο και πανελεύθερο, που εξασφαλίζει τη αρμονία της ψυχής («δύναμιν και σωτηρίαν δια παντός»), υπάρχει αυτεπίγνωστα, με στερέωση πνευματική («δόξης ορθής τε και νομίμου») και με συνένωση αξιών («α τε έστι και οία»), ενσταλαγμένων στην ψυχή με την παιδεία («δια της παιδείας»).

Το ανεξύμνητο αυτό άφλογο αλλά έντονα φλογοβόλο έναυσμα εμπεριέχει όχι μόνο κατανίκηση του φόβου αλλά και καταβολή των άλλων ροπών της ψυχής, όσων υποσκάπτουν την άρτια συγκρότησή της. Είναι συμπλεγμένη με το μαχητικό στοιχείο της ψυχής, το θυμοειδές, που αποστολή του είναι να τροχοπεδεί τις τάσεις και καταστάσεις του επιθυμητικού, σύμφωνα με τις υποδείξεις του λογιστικού, υποβάλλοντας έτσι σε υπακοή τις άλογες τάσεις και εκδηλώσεις της ψυχής.

Η αληθινή, λοιπόν, ανδρεία προβάλλεται σαν βασική και θεμελιακή αρετή της ανθρώπινης προσωπικότητας. Απόκρυφη έκλαμψη θεϊκής αποκάλυψης, ενσαρκώνει την ηθική ελευθερία του ατόμου, κρατώντας αμόλευτο από τις δολοπλοκίες του επιθυμητικού, ηδονές, λύπες, επιθυμίες, φόβους (8), το συνειδητό και υποσυνείδητο πεδίο του και οργανώνοντας την αντίσταση, τον ηθικό επανεξοπλισμό για τον τιτάνιο αγώνα προς τις ενέδρες της ανελευθερίας.

Η ανδρεία, μέρος του συστήματος των αρετών, συνυφασμένη και αλληλεξαρτημένη με τις δύο άλλες αρετές, τη σοφία και τη σωφροσύνη, στην αντιμετώπισή της και ανάλυσή της από τον Πλάτωνα, συνυφαίνεται ως εξής με αυτές, σύμφωνα και με σχετική παρουσίαση του πρύτανη Κων. Δεσποτόπουλου. (9)

Όταν υπάρχει σωφροσύνη, δηλαδή όπου οι αλογικές ορμές του ψυχισμού, επιθυμία, λύπη, φόβος, υπακούουν στις υποδείξεις του λογικού, η ανδρεία περιττεύει. Τούτο, όμως, δεν ισχύει και η ανδρεία είναι απαραίτητη σε έκτακτες και ασυνήθεις καταστάσεις π.χ. σε υπερβολικό πειρασμό, ή σε κίνδυνο συνταρακτικό. Όμως, δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, η σωφροσύνη να υφίσταται σαν αποτέλεσμα εκδηλώσεων της ανδρείας, που σε προγενέστερο χρόνο κατανίκησαν και υπόταξαν τις αλογικές τάσεις της ψυχής, ώστε τώρα πρόθυμα να υποκύπτουν και να υπακούουν στα κελεύσματα του λογισμού.

Η εμπνοή και το ηθικό ενδυνάμωμα της σοφίας, έμπραχτο φανέρωμα των μυστικών δυνάμεων της ζωής, αποτελεί, αυταπόδειχτα, αρραγές έρμα της ανδρείας, επαναφοράς της πραγματικότητας της ζωής στο βάθος των μυστικών πηγών της. Η ανδρεία συνυφαίνεται με το θυμοειδές, τούτο δε είναι ταγμένο από τη φύση του: να «διασώζη… το υπό των λόγων παραγγελθέν δεινόν τε και μη». Άρα, η ανδρεία φιλοτεχνείται από το περιεχόμενο «των λόγων», έχει δηλαδή ρίζα φυσική τη σοφία, απ’ αυτή αναβλύζει πηγαία και αυθόρμητα. (10) Υπάρχει, έτσι, λειτουργική εξάρτηση της ανδρείας από τη σοφία. Όμως, υφίσταται, αντίστροφα, λειτουργική αλλά ακόμη και υπαρξιακή σχέση της σοφίας από την ανδρεία. Πράγματι, η ύπαρξη σοφίας στον άνθρωπο, προϋποθέτει σωφροσύνη, γιατί, διαφορετικά, το πνευματικό του δυναμικό φιμώνεται, πνίγεται, σβήνει και, επομένως, η απόκτηση σοφίας αποδυναμώνεται, αλλ’ η σωφροσύνη πυροδοτείται και αναφλέγεται από την ηφαιστειώδη ορμή, από την αστραπόβολη αναλαμπή της ανδρείας, που καθυπόταξε της άλογες τάσεις της ψυχής. Ο πρύτανης Κων/νος Δεσποτόπουλος, οι θέσεις και αναλύσεις του οποίου στηρίζουν την εργασία αυτή, αναφέρει σχετικά: «Αλλά, και για να εκδηλωθεί κάθε φορά η σοφία, σε προκείμενο θέμα εξαιρετικό, συνταρακτικό της ψυχής, είναι απαραίτητο να λειτουργήσει ο λογισμός, και μάλιστα με ένταση και με διαύγεια, άρα να έχει απαλλαγεί από τη θολωτική είτε παραλυτική επενέργεια της ηδονής ή του φόβου, κάτι που ενέχει εκδήλωση ανδρείας ή και σωφροσύνης, άρα έμμεσα και τότε ανδρείας, σαν υπαρξιακής πηγής της σωφροσύνης» (11)

Ο Αριστοτέλης ασχολείται και εξετάζει το πρόβλημα της ανδρείας στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» (12) Οργανωμένα και μεθοδικά αναζητεί, ανακαλύπτει και παρουσιάζει τα συνθετικά της στοιχεία, επιμελημένα δε επισημαίνει και αποκαθαίρει τα ψευδοστοιχεία και τις ψευδομορφές της, για να μείνει το εννοιάκο απόσταγμα της ανδρείας ανόθευτο, αμόλυντο, άκρατο. Δε διατυπώνει πλήρη ορισμό της ανδρείας (13) και οδηγητής στη σταθερή, διαρκή και έμμονη ανερεύνηση της ανδρείας είναι ο ελλιπής ορισμός: «περί μεν ουν φόβους και θάρρη ανδρεία μεσότης» (14).

Η ανδρεία είναι αρετή, άρα κρίνεται «μεσότης», αφού «εστίν η αρετής μεσότης» και, συνεπώς, διακρίνεται από τις αντίστοιχες ακρότητες, τα «θαρραλέα» και «φοβερά». Έτσι, η έννοια της ανδρείας πλαισιώνεται από αυτές τις κακίες: της αφοβίας και της δειλίας. Ο άφοβος, ο αφύσικα «θαρραλέος», και ο «μαινόμενος και ανάλγητος», χαρακτηρίζεται από θρασύτητα, είναι δε, ταυτόχρονα, και αλαζόνας και προσποιητικός ανδρείας. Γι’ αυτό, οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι θρασύδειλοι.

Ο δε δειλός, με τη σκοτεινή του ψυχισμού του απεραντοσύνη και την ομιχλώδη του πνεύματός του υποδομή, είναι «δύσελπις», γιατί πάντα φοβάται. (15) Οι θρασείς είναι προπετείς, απερίσκεπτοι και αυθάδεις, προ και εκτός των κινδύνων τείνουν προς αυτούς, μέσα, όμως, σ’ αυτούς αποστατούν ή αυτομολούν, εγκαταλείπουν ή παραιτούνται, αποφεύγουν ή υποχωρούν.

Οι ανδρείοι, αντίθετα, είναι ήσυχοι προ των κινδύνων, αλλά, από απόκρυφη έκλαμψη ψυχικής αποκάλυψης, από φυσιολογική ισχυρή ψυχική αντίδραση κατά της Μοίρας, μέσα σ’ αυτούς προτρέπονται και οδεύουν σ’ έργα υψηλά και μεγαλεπήβολα, σε άθλους ευγενείς και ωραίους.

Ηλεκτρίζονται και πυρπολούνται οι ανδρείοι από ενδόμυχο συνειδητό αντιδραστικό σπασμό, ευφρόσυνα υποκινούνται από έμφυτη και αδιάσειστη πεποίθηση ότι, κι αν αυτοί θανατωθούν, χαθούν και σβήσουν, εκείνο που υπερασπίζονται θα ξεπηδήσει από τις φλόγες αθάνατο, θα ξαναγεννηθεί ο «Φοίνικας» μέσα απ’ τις φλόγες του θανάτου για τη δροσιά της Ζωής. (16)

Ορίζεται δε, από τον Αριστοτέλη, το κατ’ εξοχήν θέμα της ανδρείας: ο κίνδυνος στον πόλεμο. Μόνο η άυλη, η αδιάσπαστη, η αδέσμευτη ενέργεια της ανδρείας μπορεί να κινήσει και να ενεργοποιήσει όλους τους όγκους των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Αυτή η πολυδύναμη παρώθηση κινητοποιείται άνετα και μεγαλουργεί αλάνθαστα την ώρα του πολέμου και κατευθύνει συνειδητά τον ανδρείο και τον υψώνει στο δυσθεώρητο ύψος του «περί τον καλόν θάνατον αδεούς». Έτσι, ορίζεται ο ανδρείος: «κυρίως δη λέγοιτ’ αν ανδρείος ο περί τον καλόν θάνατον αδεής, και όσα θάνατον επιφέρει υπόγυια όντα. Τοιαύτα δε μάλιστα τα κατά πόλεμον» (17). Διαπιστώνεται, δηλαδή, μια ιδιαίτερη σύναψη, σύνδεση και ένωση της ανδρείας με τον κίνδυνο μόνο στον πόλεμο. Η αιωνόβια ρίζα της ανδρείας, η ακατάλυτη αυτή ριζομάνα, φυτρωμένη μέσα στα μύχια του ψυχισμού του «περί τον καλόν θάνατον αδεούς», ποτισμένη από την αείροη ροή της ανόθευτης εσωτερικής ουσίας του, ξεβλασταίνει μόνο την αγλαόμορφη του πολεμικού κινδύνου δάφνη, όταν σε θαλερό θρασομάνισμα ξεσπάει ο πόθος των ευγενών και υψηλών άθλων μέσα στα σπλάχνα του ανδρείου.

Βέβαια, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Αριστοτέλης τη συνύφανση αυτή της ανδρείας στον εμπόλεμο κίνδυνο την έκρινε σαν ακέραιη, άρτια και μοναδική έκφραση της θεωρίας του.

Η συμπεριφορά και η αντίδραση του ανδρείου δεν είναι εκτός και πέρα των ανθρώπινων δυνατοτήτων, γιατί ανδρεία είναι υπερνίκηση του φόβου και ουδέποτε ανυπαρξία φόβου. Ο κίνδυνος, που είναι πηγή του φόβου, πρέπει να αντιμετωπιστεί χάρη ενός ιδανικού, γιατί έτσι μένουμε και καταξιωνόμαστε σαν αυστηροί ιεροφάντες και αμείλικτοι θεματοφύλακες.

Η αριστοτελική θεωρία της ανδρείας τελειοποιείται με την ανάλυση των «τρόπων» της ψευδοανδρείας.

Πρώτη ψευδοανδρεία αναφέρεται «η πολιτική». Οι πολίτες υπομένουν τους κινδύνους, εξαιτίας των τιμωριών των νόμων, της μομφής, της επίπληξης, της χλεύης, της προσβολής, της ύβρης, αλλά και για τις τιμές: «…δοκούσι γαρ υπομένειν τους κινδύνους οι πολίται δια τα εκ των νόμων επιτίμια και τα ονείδη και δια τας τιμάς…». Θεωρείται δε ότι είναι η ηθικά πλησιέστερη προς την αληθινή ανδρεία, γιατί αποβλέπει στην αρετή και την αποφυγή του αισχρού ονείδους, της προσβολής και χλεύης: «ότι  δι’ αρετήν γίνεται. Δι’ αιδώ γαρ και δια καλού όρεξιν (τιμής γαρ) και φυγήν ονείδους, αισχρού όντος». Πρόκειται για τη γνωστή, στη νεότερη Ελλάδα, έκφραση ανδρείας ή ψευτοανδρείας, για την οποία ο πρύτανης Κων/νος Δεσποτόπουλος αναφέρει: «Υπαγορεύεται από την περίφημη φιλοτιμία, σαν ψυχική διάθεση με ακραία συχνά ένταση, αλλά και από ανάγκη προσαρμογής στην αξιολογία της κοινωνίας. Εξ άλλου, καθώς είναι ημιαρετή είτε ηθικό είδωλο, αποτελεί κίνητρο ισχυρότατο κάποτε για ηθικά υπέροχες πράξεις, άλλοτε για πράξεις ηθικά ολέθριες, όσο και αν πάντοτε με ανταύγεια ηθικής ευγένειας, και πολλές φορές προκαλεί τη μάταιη απώλεια της ζωής του υποκειμένου της ή και άλλων ανθρώπων, ή ακόμη καταστροφές και άλλων αγαθών». (18)

Δεύτερη μορφή ψευδοανδρείας είναι όποια παρουσιάζουν αυτοί που εκτίθενται στον κίνδυνο από καταναγκασμό και, συνεπώς, έχει μικρότερη ηθική αξία. Τέτοια ψευδοανδρεία είναι όσων μαχητών παραμένουν στη μάχη, εξαναγκασμένων από τους αξιωματικούς ή από την απειλή της θανατικής ποινής ή αδυνατούντων να εγκαταλείψουν τις θέσεις των εξαιτίας διάφορων και ποικίλων εμποδίων, τάφρων κ.τ.λ.

Άλλη ψευδοανδρεία είναι η παρουσία εμπρός στον κίνδυνο και η αντιμετώπισή του από άγνοια: «ανδρείοι δε φαίνονται και οι αγνοούντες και εισίν ου πόρρω των ευελπίδων, χείρους δ’ όσω αξίωμα ουδέν έχουσιν, εκείνοι δε».

Ψευδοανδρεία είναι επίσης αυτή που εμφανίζουν οι επιτιθέμενοι εναντίον εκείνων που τους τραυμάτισαν, τους πλήγωσαν ή τους προξένησαν φθορά, κυριευμένοι από ακατάσχετο και απύθμενο θυμό, όπως τα θηρία: «οι δια θυμόν ώσπερ τα θηρία επί τους τρώσαντας φερόμενοι».

Κατά τη συστηματική θεωρία, ψυχολογικό υπόβαθρο της ανδρείας είναι η αντίφαση μεταξύ φόβου και λογικού, όπως η σωφροσύνη έχει ψυχολογική βάση την αντιθετική σχέση πόθου και λογικού.

Αναντίρρητα, ο φόβος, που είναι βιοαμυντικό συναίσθημα αξιολογότατο στο προηθικό στάδιο της ζωής, αδυνατεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ηθική ανάπτυξη και ολοκλήρωση της ζωής του. Αυτή ακριβώς η αδυναμία του φόβου αποτελεί την πραξιολογική προϋπόθεση της ανδρείας.

Στο προηθικό στάδιο της ζωής, που κυριαρχείται από την περιορισμένη προοπτική της στιγμής, ο φόβος ενεργεί σαν αυθόρμητη και ακατανίκητη προτροπή και τάση για απόδραση και διάσωση από το χώρο του κινδύνου, χωρίς κανένα συλλογισμό ή προβληματισμό, χωρίς καμία ενσυνείδητη εσωτερική διεργασία.

Μετά την παρέλευση, όμως, του προηθικού σταδίου, δε συνενώνεται ο κίνδυνος με το φόβο, αλλ’ έχουμε πλέον διαχωρισμό και αποσυγκόλλησή τους. Ήδη, διαβλέπουμε το λυκαυγές της ανδρείας, που τήκει και ανατήκει όλα τα στοιχεία της ζωής, όλες τις αξίες του πνεύματος και στέκεται ακοίμητος φρουρός της υπέρτατης Ανθρώπινης αρετής. Τώρα, με την ροδόχροη ανατολή της ανδρείας, δεν έχουμε, απλώς, καταστολή ή μείωση του φόβου αλλά και χειρισμό του κινδύνου. Και συγκεκριμένα, απώτερος σκοπός δεν είναι η αποφυγή μόνο του κινδύνου αλλά η αποφυγή ή αναδοχή του κινδύνου, «με την επίγνωση των συνεπειών της μιας ή της άλλης στις επόμενες στιγμές του χρόνου ή και για τις άλλες διαστάσεις του κόσμου’.

Ο Κων/νος Δεσποτόπουλος επισημειώνει σχετικά: «Η αναδοχή του κινδύνου στηρίζεται ηθικά, είναι άρα στάση ανδρείας γνήσια, μόνο αν υπαγορεύεται από τη συγκριτική αξιολόγηση των συνεπειών της αποφυγής και των συνεπειών της αναδοχής του κινδύνου, μόνο δηλαδή αν επιβάλλεται για την αποφυγή των συνεπειών της αποφυγής του κινδύνου». (19)

Η αναδοχή του κινδύνου, δηλαδή η ανάληψη του κινδύνου χάρη του κινδύνου, όπως στη λεγόμενη «μέθη του κινδύνου», δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν γνήσια στάση ανδρείας, αλλά θέση που δεν ελέγχεται από τον ανθρώπινο λόγο και ψυχοπαθολογική κατάσταση.

Ακέραιη παρουσία της ανδρείας, που δε μετριέται με το μέτρο της σύγχρονης στιγμής, αλλά με το μέτρο της αέναης αιωνιότητας που παρουσιάζεται σαν αρχή και σαν τέλος, σαν βάθρο και σαν αέτωμα της Ανθρώπινης αρετής, είναι η αυταπάρνηση, η αυτοθυσία, η αυτοθέλητη θυσία ενός χάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, με το ακατάπαυστο κυνήγημα της αιώνιας Αλήθειας και της απόλυτη Ομορφιάς πάνω στον αμόλυντο στίβο της Αρετής, δεν ξεπερνιέται μόνο η κλειστή προοπτική της στιγμής, αλλά συγχρόνως θρυμματίζεται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της ατομικής ζωής του ανθρώπου. Υψώνεται σαν κορυφαία έξαρση, σαν μέγιστο επίτευγμα η έμπρακτη απάρνηση της προσωπικής ζωής, αποκορυφωμένη με υπέρτατη, ολοκληρωτική θυσία.

Στο απύθμενο βάθος της θεληματικής αυτής αυτοθυσίας, που η Αρετή αχεί, τρανταχτά, στην ψυχή του Ανθρώπου και τη δονεί συθέμελα σαν ασίγαστο μήνυμα, σαν ανέκκλητη κατηγορηματική προσταγή, η συνείδηση του Ανθρώπου, υψωμένη στην κατανόηση της αξίας της ατομικής του ζωής, αναγνωρίζει και την αξία κάθε άλλης ανθρώπινης ζωής, κάθε άλλης ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ο άνθρωπος οδηγείται στην απάρνηση της προσωπικής του ζωής για τη λύτρωση της άλλης ανθρώπινης ζωής, με μια ενέργεια που αποκαλύπτει ιδεολογικό μεγαλείο απροσέγγιστο και ασύγκριτο, που φανερώνει ανυπέρβλητη και άφθαστη ψυχική καρτερία και, σαν έκπαγλο μετέωρο, συνδέει τη φθαρτή ανθρώπινη φύση με την άφθαρτη ουσία του Θεού. Πρόκειται, οπωσδήποτε, για μια δοξαστική παρουσία της ελευθερίας: «απάρνηση της προσωπικής ζωής, για την κατάφαση απρόσωπα της Ζωής». Και το ανέβασμα είναι ψηλότερο και το όραμα πλατύτερο, άρα και ο βαθμός της ηθικής καταξίωσης μέγιστος, όταν η αξία της μιας άλλης ανθρώπινης ζωής, αν και «απόλυτη», συνεπώς ισότιμη κατά βάση, είναι ουσιαστικά, δηλαδή «σε δημιουργικές προσβάσεις και σε βιωσιακές πληρώσεις», κατώτερη από την ατομική ζωή του ανθρώπου, που θεληματικά αυτοθυσιάζεται για τη σωτηρία της άλλης αυτής ανθρώπινης ύπαρξης.

Αναστατώνεται τόσο ωραία, τόσο αναφλεκτικά, τόσο ανθρωπιστικά η ψυχή των ανθρώπινων υπάρξεων, που πληρώνονται από «δημιουργικό» ηρωισμό, ώστε ο Σταυρός του μαρτυρίου τους υψώνεται περίβλεπτος και συγκινητικός μέσα σ’ ολόκληρο τον παγκόσμιο χώρο. Και είναι ο «δημιουργικός» ηρωισμός ένα άλλο θέμα της ανδρείας, σπουδαιότατο μάλιστα, καθώς ακαταμάχητα υποκινεί στην πραγμάτωση υπερατομικού έργου κάτω από τη διακινδύνευση της ατομικής ζωής. Καρτερόψυχοι και άκαμπτοι είναι οι εξερευνητές, εφευρέτες, ερευνητές, αποφασιστικοί, ανένδοτοι και ενθουσιώδεις είναι οι καλλιτέχνες, ποιητές και φιλόσοφοι, όλοι οι σκαπανείς της «δημιουργίας». Πρόθυμα αναδέχονται τον κίνδυνο, που ελλοχεύει είτε στις εξωτερικές συνθήκες, είτε στην πνευματική ένταση και απειλεί, αμείλικτα, την προσωπική τους ζωή. Υπέρτερη συντριπτικά είναι η εσωτερική απόκρυφη πλαστουργική δύναμη, που τους οιστρηλατεί στη δημιουργική πλήρωση κάθε στιγμής της ζωής τους, αείζωος και παντοδύναμος είναι ο πυρήνας, που τους εμπνέει και τους ποδηγετεί στην εκπλήρωση του υψηλού καθήκοντος. Η συνείδηση του χρέους είναι. Έχουμε, επομένως, υπερκέραση «της κλειστής προοπτικής της στιγμής» και παραμερισμό του ενστίκτου της αυτοσυντηρησίας του ατόμου, ακόμη δε και έμπρακτη απάρνηση της ατομικής ζωής του.

Κατά τον Κων/νο Δεσποτόπουλο, «το αξιολογικό πρόβλημα, στο θέμα τούτο ανδρείας, είναι τελικά: ζωή ορισμένου χρόνου με πλήρωση ουσιαστική στο έπακρο, ή ζωή μακρότερη χρονικά με πλήρωση ουσιαστική πενιχρή. Μόνο, πολύ σπάνια όμως, είναι αληθινή στάση ανδρείας η πρόκριση του πρώτου από τα δύο αυτά ενδεχόμενα». (20)

Αυτά τα δύο θέματα της ανδρείας, δηλαδή η διακινδύνευση της προσωπικής ζωής για τη διάσωση αλλότριας ζωής και για πραγμάτωση της «δημιουργίας», είναι τα βασικά και οι μόνοι σκοποί άξιοι να δικαιώσουν, αναντίρρητα, την απάρνηση της ατομικής ζωής.

Άλλη περίπτωση ανδρείας έχουμε όταν διακινδυνεύει η προσωπική ζωή για την προάσπιση και διάσωση της προσωπικής τιμής. Η ανδρεία, στην περίπτωση αυτή, είναι αληθινή και γνήσια, εάν η τιμή θεωρείται όχι σαν «κοινωνική υπόληψη» ή σαν «φιλότιμο» αλλά σαν βαθύ θεμέλιο και ψηλό μαζί αέτωμα της ψυχοπνευματικής δομής και της δημιουργικής του ανθρώπου ζωτικότητας, δομημένο, στερρά, με την ηθική του καθαρότητα, ώστε αυτή να παραμένει πάντα αγνή, αυθεντική, αβεβήλωτη κα αμόλυντη. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθούν σαν εκφάνσεις αληθινής ανδρείας οι απαρνήσεις της ζωής σε περίπτωση «απώλειας» της τιμής, όπως π.χ. εκφράζονται από το Σοφοκλή (21) και τον Ευριπίδη (22) ή αλλαχού προβάλλονται στον ιστορικό χώρο.

Άκαμπτη καρτεροψυχία και πρόφρονη εθελοθυσία εμπνέει τις ανθρώπινες υπάρξεις, που στο βάθος τους τρέχει αείρο αγνό αίμα ανδρείας και θυσίας, της σύμφυτης με τη διακινδύνευση της προσωπικής ζωής τους για τη σωτηρία ή για τη σύσταση της πολιτείας. Η όψη αυτή της ανδρείας συντίθεται από τα δύο σημαντικά θέματα της αληθινής ανδρείας, δηλαδή από την απόρριψη της προσωπικής ζωής για τη διάσωση αλλότριας ζωής και για τη δημιουργία αγαθών πολιτισμού. Καταφαίνεται ότι η αληθινή ανδρεία επιδιώκει, επίμονα, τη συγκρότηση όχι μιας οποιασδήποτε πολιτείας αλλά της ορθής πολιτείας, που έχει απόγειό της τον κάθε άνθρωπο και, συνεπώς, αυτάξιο σκοπό συνολικά το λαό. Μιας πολιτείας ορθής, με θεοβάδιστο επίγειο χώρο, με ουρανόπλεχτο από τη Θεία Πρόνοια προστατευτικό δίχτυ, με υπόκρουση τον ήχο των θεϊκών βημάτων και τα θούρια ηθικών θριάμβων, με αέναο συνεκτικό μοτίβο γοητευτικών ύμνων αθάνατης Αλήθειας και άφθαρτης Ομορφιάς και όχι μιας πολιτείας καταπιεστικής, εξουθενωτικής και απόλυτα εξουσιαστικής, «εκμεταλλευτικής είτε δουλωτικής του λαού της ή ξένων λαών».

Εκδήλωση ανδρείας είναι και η αναδοχή του κινδύνου, αντίδρομα προς τις αντενεργές δυνάμεις της ψυχής. Πολλές φορές η άφθαστης υπεροχής απόφαση του λογισμού της ανδρείας, που ζυμώθηκε, ψύχραιμα και ήρεμα, σε μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στη διάνοια, στην ψυχή και στη συνείδηση του ατόμου, αντιδρομείται από αδυσώπητα ξεσπάσματα και άτεγκτες αντιδράσεις των αλογικών δυνάμεων της ψυχής, αυτών που προσπαθούν να στρέψουν τη φορά της ανθρώπινης συμπεριφοράς μακράν του κινδύνου. Ο φόβος, εφιαλτικός γίγαντας, πνικτικό θηρίο, δυναμικά εμφανίζεται και με τη λυσσαλέα ορμή του προσπαθεί εναγώνια και επίμονα να φέρει τον άνθρωπο έξω από τον κίνδυνο. Μόνο η ψυχή, που μέσα της ποτίστηκε, ρίζωσε, άνθισε και κάρπισε ο λογισμός της ανδρείας, μπορεί να ορθωθεί, σωστικά, και να κρατήσει απόρθητο το τείχος του υψηλού Ηθικού της, να αντέξει και να μη διαλυθεί από τα ανελέητα τραντάγματα του φόβου. Κλασική περίπτωση κατανίκησης φόβου από θριαμβική παρουσία του λογισμού της ανδρείας αποτελεί η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου. Δεν ήταν η Έξοδος στιγμιαία έκρηξη τόλμης σε ώρα πολεμικού παροξυσμού, σε ώρα ηρωικού μένους όπου ένας τολμηρός άνθρωπος πραγματοποιεί σε κατάσταση ψυχικής σφοδρότητας, αλλοφροσύνης, μέθης του θυμοειδούς. Αδίστακτα και ήσυχα, νηφάλια και εχέφρονα, ζυμώθηκε στις συνειδήσεις εκείνων των ενόπλων και αόπλων, πιστών στα αιώνια, αΐδια και άφθαρτα ιδανικά. Στο μακρόσυρτο εκείνο διάλογο των σκελετωμένων ηρώων με το θάνατο, επικράτησε ο λογισμός της ανδρείας και θρυμματίστηκε ο φόβος. Η Έξοδος δεν ήταν απεγνωσμένη και απελπισμένη προσπάθεια απαγκίστρωσης, ούτε ασύνετη και απονενοημένη επιδίωξη φυγής, ήταν μελετημένη και καταστρωμένη επιθετική επιχείρηση, θωρακισμένη με το διαλογισμό της ανδρείας και απαλλαγμένη από τους σειστικούς συγκλονισμούς του φόβου.

Η όξυνση και επίταση της εσώτατης αυτής ανθρώπινης διαμάχης, μεταξύ του λογισμού της ανδρείας και του φόβου, μεγεθύνεται, όταν συνεπίκουροι και συμβοηθοί του φόβου έρχονται ο πόνος, τα βάσανα, οι κακουχίες ή ο μόχθος, ο κόπος, η κακοπάθεια η υπέρτερη. Τότε, που όλες αυτές οι αντίδρομες τάσεις των ψυχικών δυνάμεων μάχονται τα τρέψουν τον άνθρωπο προς τη «φυσική» ροή, αγωνίζονται να τον σύρουν προς τη φυσική κατάσταση της αυτοσυντήρησης, εκτοπίζοντας την απόφαση του λογισμού της ανδρείας. Πρόκειται για «την επανάσταση της βιολογικής νομοτέλειας». Αντιπροσωπευτική περίπτωση είναι τα βασανιστήρια, όπου ο υπέρμετρος πόνος, δημιουργώντας στον ανθρώπινο οργανισμό ανυπόφορη, σπαρακτική κατάσταση, ακόμη αφύσικη και αφόρητη, επιδιώκει να κάμψει την ηθική ανθρώπινη αντίσταση, προσπαθεί να την αναγκάσει να υποχωρήσει, να ηττηθεί και να πέσει από την υψηλόφρονη έπαλξη του καθήκοντος, που έχει τάξει ο λογισμός της ανδρείας. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο πρύτανης Κων/νος Δεσποτόπουλος, «είναι στάση ανδρείας κατ’ εξοχήν η μη υπόκυψη του ανθρώπου, από την αλλοφροσύνη του πόνου ή την εξουθένωση του μόχθου, αυθεντικές εκσπάσεις της βιολογικής νομοτέλειας, αλλά η εμμονή του μέχρις εσχάτων επάνω στην έπαλξη του χρέους, την ορισμένη από τον λογισμό της ανδρείας, οχυρό και τρόπαιο της ελευθερίας». (23)

Ο σύγχρονος άνθρωπος οδοιπορεί και παλινδρομεί σε μια εποχή πολυκλόνητη και  πολυπλάνητη, πολυαρμόνια και πολυεπίπεδη, φοβισμένη από αντιανθρώπινες τάσεις και ενδυναμωμένη από ευδαιμονικές προοπτικές. Με θάμβος και άγχος ατενίζει τη ζωή, που στην ουσία της περικλείνει, όχι αντιθεμένα, αλλά συνθεμένα, λαμπρότητα και μαρτύριο, καταφορά και θρίαμβο, ολοκαύτωμα και τρόπαιο, αντικρίζει, με χαρά και δέος, τα εδεμικά τοπία ή τα ερεβικά βάραθρα. Το πρόβλημα είναι ακέραιο και η λύση του σαφής: ο άνθρωπος κινδυνεύει να γίνει πλάσμα ετερόπνευστο και, έτσι αυτονόητα, επιβάλλεται ο χειρισμός των ιλιαγγιακών αντίδρομων δυνάμεων της ψυχής, ώστε αυτές να ελεγχτούν σωστά, οι δε ωφέλιμες ψυχοπνευματικές τάσεις να αξιοποιηθούν άρτια και εποικοδομητικά.

Η ανδρεία, πρωτόγονο, αχειροποίητο, άκρατο ψυχοπνευματικό στοιχείο, με τον αλάθητο λογισμό της, θα αποκαλύψει και θα εξαπολύσει δυνάμεις όχι μόνο προσωπικά αλλά και οικουμενικά ευεργετικές, καθώς είναι αέναα ανανεωτικές του σφρίγους του ανθρώπινου ψυχισμού.

Το αντιστύλι της σωστής Ζωής δε στηρίζεται φυσικά στο σαλευόμενο έδαφος των τερατικών ολέθριων δυνάμεων της τεχνολογικά προοδευμένης αλλά ηθικά πολύπλαγκτης εποχής μας, ασφαλώς στηρίζεται στο ασάλευτο έδαφος της ακατασίγαστης, φτερουγιστικής, άπιαστης, ανυπόταχτης, δημιουργικής ανησυχίας του λογισμού της ανδρείας.

«Τα άνθη και οι καρποί της ύλης φυτρώνουν από τον τάφο του σπόρου». Τα άνθη και οι καρποί της Ιδέας και του «ευ ζην» βλαστάνουν από το βάθος της ανδρείας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. π.χ. Ομήρου, Ιλιάδα, Ο 641 κ. επ
  2. Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων Πολιτεία ΙΧ.
  3. Πλάτωνα, Λάχης: «την των δεινών και θαρραλέων επιστήμην και εν πολέμω και εν τοις άλλοις άπασιν», 194ε.
  4. Πλάτωνα, Πρωταγόρας: «Η σοφία άρα των δεινών και μη δεινών ανδρεία εστίν», 360d, πβλ και 351α.
  5. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 129
  6. Πλάτωνα, Πολιτείαμ, 429c.
  7. Πλάτωνα, Πολιτεία 430b
  8. Πλάτωνα, Νόμοι, 630α, 633cd, 640α.
  9. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 131 – 132.
  10. Πβλ. Πλάτωνα, Μένων, 88 β: «οίον ανδρεία… ουχί όταν μεν άνευ νου θαρρή άνθρωπος, βλάπτεται, όταν δε συν νω, ωφελείται».
  11. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 132.
  12. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, Γ 9-12.
  13. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «… τι δ’ εστίν, ου χαλεπόν τύπω γε περιλαβείν εκ των ειρημένων», 1117β 20-21.
  14. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1107α.
  15. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «των δ’ υπερβαλλόντων ο μεν τη αφοβία ανώνυμος… ειη δ’ αν τις μαινόμενος ή ανάλγητος, ει μηδέν φοβοίτο, μήτε σεισμόν μήτε τα κύματα… ο δε τω θαρρείν υπερβάλλων περί τα φοβερά θρασύς. Δοκεί δε και αλαζών είναι ο θρασύς και προσποιητικός ανδρεάς… διο και εισίν οι πολλοί αυτών θρασύδειλοι… ο δε τω φοβείσθαι υπερβάλλων δειλός… ελλείπει δε και τω θαρρείν… δύσελπις δη τις ο δειλός, πάντα γαρ φοβείται. Ο δ’ ανδρείος εναντίως», 1115β25 – 1116α.
  16. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «οι μεν θρασείς προπετείς, και βουλόμενοι προ τών κινδύνων, εν αυτοίς δ’ αφίστανται, οι δ’ ανδρείοι εν τους έργοις οξείς, πρότερον δ’ ησύχιοι», 1116α – 7-9.
  17. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1115α 28-30
  18. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 135-136.
  19. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 138.
  20. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 141.
  21. Σοφοκλή, Αίας, 479: «άλλ’ ή καλώς ζην ή καλώς τεθνηκέναι/τον ευγενή χρη».
  22. Ευριπίδη, Ίων, 858: «ή θανείν ή ζην καλώς». Βλέπε όμως και αντίθετα, Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι: «κακώς ζην κρείσσον, ή θανείν καλώς», 1252.
  23. Κων/νου Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 143.

Ζάκυνθος, Μάρτιος 1982

Δημοσιεύτηκε στα αριθ. 405/7-2-1983, 406/14-2-1983, 407/21-2-1983 και 409/7-3-1983 φύλλα της εφημερίδας Ζακύνθου «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s